Select

Παράγοντες επιλογής τροφίμων

By admin on 14 Οκτωβρίου 2013

1. 1. Εισαγωγή

Με δεδομένη την προτεραιότητα για την αλλαγή των διατροφικών συνηθειών, υπάρχει ανάγκη για μεγαλύτερη κατανόηση των καθοριστικών παραγόντων που επηρεάζουν την επιλογή τροφίμων. Η παρούσα ανασκόπηση αναλύει τις κυριότερες επιρροές στην επιλογή τροφίμων, με έμφαση σε εκείνες που επιδέχονται αλλαγή και συζητά μερικές επιτυχημένες παρεμβάσεις.

2. 2. Σημαντικοί, καθοριστικοί παράγοντες της επιλογής τροφίμων

Η βασική κινητήρια δύναμη για το φαγητό είναι η πείνα φυσικά, αλλά το τι επιλέγουμε να φάμε δεν εξαρτάται μόνο από φυσιολογικές ή διατροφικές ανάγκες. Μερικοί από τους άλλους παράγοντες που επηρεάζουν την επιλογή τροφίμων περιλαμβάνουν:Βιολογικοί καθοριστικοί παράγοντες όπως η πείνα, η όρεξη, και η γεύση Οικονομικοί καθοριστικοί παράγοντες όπως το κόστος, το εισόδημα, η διαθεσιμότητα Φυσικοί καθοριστικοί παράγοντες όπως είναι η πρόσβαση, η εκπαίδευση, οι δεξιότητες (π.χ. μαγείρεμα), και ο χρόνος Κοινωνικοί καθοριστικοί παράγοντες όπως ο πολιτισμός, η οικογένεια, οι συμμαθητές και οι διατροφικές συνήθειες Ψυχολογικοί καθοριστικοί παράγοντες όπως η διάθεση, το άγχος και η ενοχή. Στάσεις, αντιλήψεις και γνώσεις για τα τρόφιμα.

Η πολυπλοκότητα της επιλογής τροφίμων είναι προφανής από την παραπάνω λίστα, η οποία δεν είναι εξαντλητική από μόνη της. Οι παράγοντες επιλογής τροφίμων επίσης κυμαίνονται ανάλογα με το στάδιο της ζωής και η δύναμη του κάθε συντελεστή, διαφέρει από το ένα άτομο ή ομάδα ατόμων στην άλλη. Έτσι, το ένα είδος παρέμβασης για την τροποποίηση της συμπεριφοράς επιλογής τροφίμων δεν θα ταιριάζει σε όλες τις ομάδες του πληθυσμού. Αντιθέτως, οι παρεμβάσεις πρέπει να προσανατολίζονται προς διάφορες ομάδες του πληθυσμού, λαμβάνοντας υπ` όψιν τους πολλούς παράγοντες που επηρεάζουν τις αποφάσεις τους στην επιλογή τροφίμων.

2.1 Βιολογικοί καθοριστικοί παράγοντες της επιλογής τροφίμων. Πείνα και κορεσμός. Οι φυσιολογικές ανάγκες μας παρέχουν τους βασικούς καθοριστικούς παράγοντες της επιλογής τροφίμων. Οι άνθρωποι χρειάζονται ενέργεια και θρεπτικά συστατικά για να επιβιώσουν και να ανταποκριθούν στα αισθήματα της πείνας και του κορεσμού (ικανοποίηση της όρεξης, κατάσταση μη πείνας μεταξύ δύο γευμάτων).

Το κεντρικό νευρικό σύστημα εμπλέκεται στον έλεγχο της ισορροπίας μεταξύ της πείνας, της διέγερσης, της όρεξης και την πρόσληψη τροφής.

Τα μακρο-θρεπτικά συστατικά, δηλαδή, οι υδατάνθρακες, οι πρωτεΐνες και τα λίπη δημιουργούν σήματα κορεσμού ποικίλης δύναμης. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το λίπος έχει τη χαμηλότερη δύναμη κορεσμού, οι υδατάνθρακες έχουν ενδιάμεση επίδραση και οι πρωτεΐνες έχουν βρεθεί να είναι οι πιο χορταστικές (Stubbs et al. 1996).

Η πυκνότητα ενέργειας του διαιτολογίου έχει δειχθεί ότι ασκεί ισχυρές επιδράσεις στον κορεσμό! Δίαιτες με χαμηλή πυκνότητα ενέργειας οδηγούν σε μεγαλύτερη αίσθηση κορεσμού από δίαιτες υψηλές σε ενεργειακή πυκνότητα.

Η υψηλή ενεργειακή πυκνότητα, της υψηλής περιεκτικότητας σε λιπαρά δίαιτας και / ή τρόφιμα υψηλής περιεκτικότητας σε ζάχαρη μπορεί να οδηγήσει, επίσης, σε παθητική υπερκατανάλωση, όπου η πλεονάζουσα ενέργεια εισάγεται ακούσια και χωρίς την κατανάλωση πρόσθετου όγκου.

Ένα σημαντικό μήνυμα κορεσμού μπορεί να είναι ο όγκος του τροφίμου ή το μέγεθος μερίδας που καταναλώνεται. Πολλοί άνθρωποι είναι απληροφόρητοι για το τι συνιστά κατάλληλα μεγέθη μερίδας και κατά συνέπεια καταναλώνουν ακούσια περίσσεια ενέργειας.

Γευστικότητα

Η γευστικότητα είναι ανάλογη με την εμπειρία ευχαρίστησης κάποιου όταν τρώει ένα συγκεκριμένο τρόφιμο. Εξαρτάται από τις οργανοληπτικές ιδιότητες των τροφίμων, όπως τη γεύση, το άρωμα, την υφή και την εμφάνιση. Γλυκά και πλούσια σε λίπη τρόφιμα έχουν μια αναμφισβήτητη οργανοληπτική έφεση.

Δεν εκπλήσσει το γεγονός ότι τα τρόφιμα δεν θεωρούνται μόνο πηγή διατροφής, αλλά καταναλώνονται συχνά για την αίσθηση ευχαρίστησης που μεταδίδουν.

Η επίδραση της γευστικότητας στην όρεξη και την πρόσληψη τροφής στους ανθρώπους έχει ερευνηθεί σε διάφορες μελέτες. Υπάρχει μια αύξηση στην πρόσληψη τροφής, καθώς αυξάνεται η γευστικότητα, αλλά η επίδραση της γευστικότητας στην όρεξη κατά την περίοδο μετά την κατανάλωση είναι ασαφής. Η αύξηση της ποικιλίας των τροφίμων μπορεί επίσης να αυξήσει τα διατροφική και ενεργειακή πρόσληψη και βραχυπρόθεσμα να μεταβάλλει το ενεργειακό ισοζύγιο (Sorensen et al. 2003). Ωστόσο, οι συνέπειες για τη μακροπρόθεσμη ρύθμιση της ενέργειας είναι άγνωστες.

Οργανοληπτικές πτυχές

Η γεύση, αναφέρεται ομοιόμορφα ως σημαντική επιρροή στη διατροφική συμπεριφορά. Στην πραγματικότητα η γεύση είναι το άθροισμα όλων των αισθητικών διεγέρσεων που παράγονται από την κατάποση ενός τροφίμου. Αυτό περιλαμβάνει όχι μόνο τη γεύση καθ` εαυτή, αλλά και την οσμή, την εμφάνιση και την υφή των τροφίμων. Αυτές οι αισθητικές πτυχές πιστεύεται ότι επηρεάζουν, μεταξύ άλλων, την αυθόρμητη επιλογή τροφίμων.

Από νεαρή ηλικία, η γεύση και η εξοικείωση επιδρούν στην συμπεριφορά προς τα τρόφιμα. Μια προτίμηση για τη γλυκύτητα και μια απέχθεια για την πικρία θεωρούνται έμφυτα ανθρώπινα χαρακτηριστικά, από τη γέννηση (Steiner 1977). Γευστικές προτιμήσεις και αποστροφές τροφίμων αναπτύσσονται μέσα από τις εμπειρίες και επηρεάζονται από τη στάση, τις πεποιθήσεις και τις προσδοκίες μας (Clarke 1998).

2.2 Οικονομικοί και σωματικοί καθοριστικοί παράγοντες της επιλογής τροφίμων . Κόστος και προσβασιμότητα

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το κόστος της διατροφής αποτελεί πρωταρχικό παράγοντα που καθορίζει την επιλογή τροφίμων. Το αν το κόστος είναι απαγορευτικό εξαρτάται ουσιαστικά από το εισόδημα ενός ατόμου και την κοινωνικοοικονομική του κατάσταση. Οι ομάδες χαμηλού εισοδήματος έχουν μεγαλύτερη τάση να καταναλώνουν ανισσόροπη διατροφή, και να έχουν ιδιαίτερα χαμηλές προσλήψεις φρούτων και λαχανικών (De Irala-Estevez et al. 2000). Ωστόσο, η πρόσβαση σε περισσότερα χρήματα δεν συνεπάγεται αυτόματα βελτίωση της ποιότητας διατροφής, αλλά το φάσμα των τροφίμων από τις οποίες μπορεί κανείς να επιλέξει θα πρέπει να αυξηθεί.

Η προσβασιμότητα στα καταστήματα είναι άλλος ένας σημαντικός φυσικός παράγοντας που επηρεάζει την επιλογή τροφίμων, η οποία εξαρτάται από πόρους όπως οι μεταφορές και η γεωγραφική θέση. Η υγιεινή τροφή τείνει να είναι πιο ακριβή όταν είναι διαθέσιμη μέσα σε μικρές και μεγάλες πόλεις σε σύγκριση με τα σούπερ μάρκετ στις παρυφές (Donkin et al. 2000). Ωστόσο, η βελτίωση της πρόσβασης μόνο, δεν αυξάνει την αγορά επιπλέον φρούτων και λαχανικών, τα οποία εξακολουθούν να θεωρούνται απαγορευτικά ακριβά (al Dibsdall et. 2003).

Εκπαίδευση και Γνώση Μελέτες δείχνουν ότι το επίπεδο της εκπαίδευσης μπορεί να επηρεάσει τη διαιτητική συμπεριφορά κατά την ενηλικίωση (Kearney et al. 2000). Αντίθετα, η γνώση της διατροφής και οι καλές διατροφικές συνήθειες δεν συσχετίζονται έντονα. Αυτό συμβαίνει, γιατί η γνώση σχετικά με την υγεία δεν θα οδηγήσει σε άμεση δράση όταν τα άτομα δεν είναι σίγουρα πώς να εφαρμόσουν τις γνώσεις τους.

Επιπλέον, οι πληροφορίες που διαδίδονται σχετικά με τη διατροφή προέρχονται από ποικίλες πηγές και θεωρούνται ως αντικρουόμενες ή υπάρχει δυσπιστία, η οποία αποθαρρύνει κάθε κίνητρο για αλλαγή (De Almeida et al. 1997).

Ως εκ τούτου, είναι σημαντικό να μεταφέρονται ακριβή και συνεπή μηνύματα μέσω διαφόρων μέσων μαζικής ενημέρωσης, στις συσκευασίες των τροφίμων και φυσικά μέσω των επαγγελματιών της υγείας.

2.3 κοινωνικοί καθοριστικοί παράγοντες της επιλογής τροφίμων

Επίδραση της κοινωνικής τάξης

Αυτό που οι άνθρωποι τρώνε διαμορφώνεται και περιορίζεται από τις συνθήκες που είναι κατ' ουσία, κοινωνικές και πολιτιστικές. Πληθυσμιακές μελέτες δείχνουν ότι υπάρχουν σαφείς διαφορές στις κοινωνικές τάξεις όσον αφορά τα τρόφιμα και την πρόσληψη θρεπτικών συστατικών. Η κακή διατροφή μπορεί να οδηγήσει σε υπό-σιτισμό (ανεπάρκεια μικροθρεπτικών συστατικών) και υπέρ-σιτισμό (ενεργειακή υπερκατανάλωση με συνέπεια το υπερβολικό βάρος και την παχυσαρκία)! Προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι διάφοροι τομείς της κοινωνίας, που απαιτούν διαφορετικά επίπεδα εμπειρίας και μεθόδους παρέμβασης.

Πολιτισμικές επιρροές.

Πολιτισμικές επιρροές οδηγούν στη διαφορά της συνήθους κατανάλωσης ορισμένων τροφίμων καθώς και στις παραδόσεις της προετοιμασίας, και σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να οδηγήσει σε περιορισμούς, όπως ο αποκλεισμός του κρέατος και του γάλακτος από τη δίαιτα. Οι πολιτισμικές επιρροές, ωστόσο, επιδέχονται αλλαγών: όταν μετακινούνται σε μια νέα χώρα, τα άτομα συχνά υιοθετούν διατροφικές συνήθειες του τοπικού πολιτισμού. Κοινωνικό πλαίσιο. Κοινωνικές επιδράσεις στην πρόσληψη τροφής αναφέρονται ως η επιρροή που ένα ή περισσότερα πρόσωπα έχουν σχετικά με την διατροφική συμπεριφορά των άλλων, είτε άμεσα (αγορά τροφίμων)

ή έμμεσα (να μάθουμε από τη συμπεριφορά των ομολόγων μας), είτε συνειδητά (μεταφορά των πεποιθήσεων) ή υποσυνείδητα. Ακόμα και όταν τρώμε μόνοι μας, η επιλογή τροφίμων επηρεάζεται από κοινωνικούς παράγοντες, επειδή οι νοοτροπίες και οι συνήθειες αναπτύσσονται μέσω της αλληλεπίδρασης με άλλους.

Ωστόσο, η ποσοτικοποίηση των κοινωνικών επιρροών στην πρόσληψη τροφής είναι δύσκολη, επειδή οι επιδράσεις που έχουν οι άνθρωποι στη διατροφική συμπεριφορά των άλλων, δεν περιορίζεται σε έναν τύπο και οι άνθρωποι δεν έχουν απαραιτήτως πλήρη συνείδηση ??των κοινωνικών επιρροών που ασκούνται στη διατροφική συμπεριφορά τους (Feunekes et al . 1998). Η κοινωνική υποστήριξη μπορεί να έχει ευεργετική επίδραση στις διατροφικές επιλογές και την υγιεινή διαιτητική αλλαγή (Devine et al. 2003). Η κοινωνική υποστήριξη μέσα από το νοικοκυριό και από τους συναδέλφους, βρέθηκε να συσχετίζεται θετικά με βελτιώσεις στην κατανάλωση φρούτων και λαχανικών (Sorensen et al. 1998a), καθώς και με την προπαρασκευαστική φάση της βελτίωσης των διατροφικών συνηθειών, αντίστοιχα (Sorensen et al. 1998b). Η κοινωνική στήριξη μπορεί να ενισχύσει την προαγωγή της υγείας μέσω ενθάρρυνσης του αισθήματος του ανήκειν σε ομάδα και βοηθά τους ανθρώπους να είναι πιο ικανοί και αυτό-αποτελεσματικοί (Berkman 1995). Η οικογένεια αναγνωρίζεται ευρέως ως σημαντικός παράγοντας για τις αποφάσεις των τροφίμων. Η έρευνα δείχνει τη διαμόρφωση των επιλογών τροφίμων που λαμβάνουν χώρα στο σπίτι. Επειδή η οικογένεια και οι φίλοι μπορούν να αποτελέσουν πηγή ενθάρρυνσης στην παραγωγή και τη διατήρηση διαιτητικών αλλαγών, υιοθετώντας διαιτητικές στρατηγικές που είναι αποδεκτές σε αυτούς, μπορεί να ωφελήσει το άτομο, ενώ επίσης έχουν επιπτώσεις στις διατροφικές συνήθειες των άλλων (Anderson et al 1998).

Κοινωνική ρύθμιση

Αν και η πλειοψηφία των τροφίμων τρώγεται στο σπίτι, ένα αυξανόμενο ποσοστό τρώγεται έξω από το σπίτι, π.χ. στα σχολεία, στην εργασία και στα εστιατόρια. Ο χώρος στον οποίο τρώμε μπορεί να επηρεάσει την επιλογή των τροφίμων, ιδίως όσον αφορά το τι τρόφιμα είναι σε προσφορά. Η διαθεσιμότητα υγιεινών τροφίμων στο σπίτι και μακριά από το σπίτι, αυξάνει την κατανάλωση αυτών των τροφίμων.

Ωστόσο, η πρόσβαση σε υγιεινές επιλογές τροφίμων είναι περιορισμένη σε πολλές εργασίες / σχολικά περιβάλλοντα. Αυτό ισχύει ιδιαίτερα για εκείνους με ακανόνιστο ωράριο ή με ιδιαίτερες απαιτήσεις, π.χ. για χορτοφάγους (Faugier et al. 2001). Με την πλειοψηφία των ενήλικων γυναικών και ανδρών στην απασχόληση, η επίδραση της εργασίας στις συμπεριφορές υγείας, όπως η επιλογή τροφίμων, είναι ένας σημαντικός τομέας της έρευνας (Devine 2003).

2.4 Πρόγραμμα-ρυθμός γευμάτων. Οι άνθρωποι έχουν πολλές διαφορετικές ευκαιρίες να τρώνε καθημερινά,

α κίνητρα για τις οποίες θα διαφέρουν από μία περίπτωση στην άλλη. Οι περισσότερες μελέτες διερευνούν τους παράγοντες που επηρεάζουν τη συνήθη επιλογή των τροφίμων, αλλά μπορεί να είναι χρήσιμο να ερευνήσει κανείς τι επηρεάζει την επιλογή των τροφίμων σε διάφορες περιπτώσεις κατανάλωσης.

Οι επιδράσεις των σνακ στην υγεία έχουν συζητηθεί ευρέως. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το τσιμπολόγημα μπορεί να έχει συνέπειες για την ενέργεια και την πρόσληψη θρεπτικών συστατικών, αλλά όχι απαραιτήτως με τον δείκτη μάζας σώματος (Hampl et al. 2003). Ωστόσο, φυσιολογικού βάρους και υπέρβαρα άτομα μπορεί να διαφέρουν ως προς τις στρατηγικές αντιμετώπισης, όταν τα σνακ διατίθενται ελεύθερα και επίσης στους αντισταθμιστικούς μηχανισμούς τους σε επόμενα γεύματα. Επιπλέον, η σύνθεση σνακ μπορεί να είναι μια σημαντική πτυχή στην ικανότητα των ατόμων να προσαρμόσουν την πρόσληψη για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών.

Βοηθώντας τους νέους ενηλίκους να επιλέξουν τις υγιεινές επιλογές σνακ αποτελεί πρόκληση για πολλούς επαγγελματίες της υγείας. Στο σπίτι, αντί να απαγορεύουν ανθυγιεινά σνακ, μια πιο θετική προσέγγιση μπορεί να είναι η καθιέρωση υγιεινών επιλογών σνακ με την πάροδο του χρόνου. Επιπλέον, οι υγιεινές επιλογές τροφίμων εκτός σπιτιού, επίσης, είναι ανάγκη να γίνουν πιο άμεσα διαθέσιμες.

2.5 Ψυχολογικοί παράγοντες, Στρες . Η ψυχολογική πίεση είναι ένα κοινό χαρακτηριστικό της σύγχρονης ζωής και μπορεί να τροποποιήσει τις συμπεριφορές που επηρεάζουν την υγεία, όπως τη σωματική δραστηριότητα, το κάπνισμα ή την επιλογή τροφίμων.

Η επίδραση του άγχους στην επιλογή τροφίμων είναι πολύπλοκη αν μη τι άλλο, λόγω των διαφόρων μορφών στρες των οποίων μπορεί κανείς να έχει την εμπειρία. Η επίδραση του άγχους στην πρόσληψη τροφής εξαρτάται από το άτομο, τον παράγοντα άγχους και τις περιστάσεις. Σε γενικές γραμμές, μερικοί άνθρωποι τρώνε περισσότερο και κάποιοι τρώνε λιγότερο από το κανονικό, όταν αντιμετωπίζουν στρες (Oliver & Wardle 1999).

Οι μηχανισμοί που προτείνονται για τις αλλαγές που προκαλούνται από το στρες, στην διατροφή και την επιλογή των τροφίμων είναι, κινητοποιητικές διαφορές (λιγότερες ανησυχίες σχετικά με τον έλεγχο του βάρους), της φυσιολογίας (μειωμένη όρεξη, που συνδέεται με το στρες) και πρακτικές αλλαγές στις διατροφικές ευκαιρίες, την διαθεσιμότητα των τροφίμων και την προετοιμασία γεύματος.

Οι μελέτες δείχνουν επίσης ότι, αν το εργασιακό άγχος είναι παρατεταμένο ή συχνό, τότε αρνητικές διατροφικές αλλαγές θα μπορούσαν να προκύψουν, αυξάνοντας την πιθανότητα της αύξησης βάρους και, κατά συνέπεια, καρδιαγγειακού κινδύνου (Wardle et al. 2000).

Διάθεση

Ο Ιπποκράτης ήταν ο πρώτος που πρότεινε τη θεραπευτική δύναμη των τροφίμων, ωστόσο, δεν ήταν παρά μέχρι τον μεσαίωνα που τα τρόφιμα θεωρήθηκαν ένα εργαλείο για να τροποποιηθεί η ιδιοσυγκρασία και η διάθεση. Σήμερα αναγνωρίζεται ότι η τροφή επηρεάζει τη διάθεσή μας και το κέφι έχει μια ισχυρή επιρροή στην επιλογή των τροφίμων. Είναι ενδιαφέρον, φαίνεται ότι η επίδραση της τροφής στην διάθεση σχετίζεται εν μέρει με τη στάση απέναντι σε συγκεκριμένα τρόφιμα.

Την αμφιλεγόμενη σχέση με τα τρόφιμα – που θέλουμε να τα απολαύσουμε, αλλά η συνειδητοποίηση της αύξησης του βάρους, είναι ένας αγώνας που έχουν βιώσει πολλοί. Όσοι επιθυμούν να κάνουν δίαιτα, άτομα με υψηλή αυτοσυγκράτηση και μερικές γυναίκες αναφέρουν αίσθημα ενοχής επειδή δεν τρώνε ό, τι νομίζουν ότι θα έπρεπε (Dewberry& Ussher1994).

Επιπλέον, επιχειρώντας κανείς να περιορίσει τη λήψη ορισμένων τροφίμων, μπορεί να αυξήσει την επιθυμία για αυτές τις συγκεκριμένες τροφές, που οδηγεί σε αυτό που περιγράφεται ως πόθος τροφίμων. Οι γυναίκες πιο συχνά αναφέρουν έντονη επιθυμία για φαγητό από ό, τι οι άνδρες. Η καταθλιπτική διάθεση φαίνεται να επηρεάζει τη σοβαρότητα αυτών των πόθων. Αναφορές σχετικά με τον πόθο τροφίμων είναι επίσης πιο συνήθεις κατά την προεμμηνορροϊκή φάση, τη στιγμή που υπάρχει συνολική αύξηση της πρόσληψης τροφής και παράλληλα εμφανίζεται μεταβολή του βασικού μεταβολικού ρυθμού (Βαφής & Blundell 1997). Έτσι, η διάθεση και το άγχος μπορούν να επηρεάσουν τη συμπεριφορά επιλογής των τροφίμων και ενδεχομένως, βραχυπρόθεσμες και μακροπρόθεσμες απαντήσεις στις διατροφικές παρεμβάσεις.

3. 3.Διατροφικές διαταραχές

Η διατροφική συμπεριφορά, σε αντίθεση με πολλές άλλες βιολογικές λειτουργίες, υπόκειται συχνά σε εξελιγμένο γνωστικό έλεγχο. Μία από τις πιο διαδεδομένες μορφές γνωστικού έλεγχου της πρόσληψης τροφής είναι το να κάνει κανείς δίαιτα.

Πολλά άτομα εκφράζουν την επιθυμία να χάσουν βάρος ή να βελτιώσουν το σχήμα του σώματός τους και συνεπώς, συμμετέχουν σε προσεγγίσεις για να επιτύχουν τον ιδανικό δείκτη μάζας σώματος τους. Ωστόσο, τα προβλήματα μπορούν να προκύψουν όταν κάνει κανείς δίαιτα ή / και ασκείται, στο όριο (στα άκρα).

Η αιτιολογία των διαταραχών πρόσληψης τροφής είναι συνήθως ένας συνδυασμός παραγόντων, συμπεριλαμβανομένων βιολογικών, ψυχολογικών, οικογενειακών και κοινωνικό-πολιτισμικών. Η εμφάνιση των διατροφικών διαταραχών συνδέεται συχνά με μια διαστρεβλωμένη εικόνα του εαυτού, χαμηλή αυτοεκτίμηση, μη ειδικό άγχος, εμμονή, άγχος και στεναχώρια (MacEvilly& Kelly 2001).

Η θεραπεία διατροφικής διαταραχής απαιτεί, κατά κανόνα, σταθεροποίηση βάρους και ατομική ψυχοθεραπεία.

Η πρόληψη είναι πιο δύσκολο να οριστεί αλλά οι προτάσεις περιλαμβάνουν την αποφυγή της κακοποίησης του παιδιού! Αποφυγή μεγέθυνσης θεμάτων διατροφής και υγείας! Να δείχνουν την αγάπη χωρίς υπερβολικό έλεγχο!

Που δεν θέτουν αδύνατα πρότυπα! Με επιβράβευση μικρών επιτευγμάτων στα πλαίσια του παρόντος! Να ενθαρρύνεται η ανεξαρτησία και η κοινωνικότητα (MacEvilly& Kelly2001).

4. 4. Η στάση των καταναλωτών, οι πεποιθήσεις, οι γνώσεις και η αισιόδοξη προκατάληψη

Η στάση των καταναλωτών και οι πεποιθήσεις . Όσον αφορά τόσο τον τομέα της ασφάλειας τροφίμων όσο και της διατροφής, η κατανόηση μας για τη στάση των καταναλωτών έχει ανεπαρκώς ερευνηθεί (Gibney 2004).

Η καλύτερη κατανόηση του πώς το κοινό αντιλαμβάνεται τη διατροφή του, θα βοηθήσει στο σχεδιασμό και την υλοποίηση πρωτοβουλιών υγιούς διατροφής. Η Πανευρωπαϊκή Έρευνα για τη στάση των καταναλωτών ως προς τα τρόφιμα, την διατροφή και την υγεία, διαπίστωσε ότι οι πέντε πρώτες επιρροές στην επιλογή τροφίμων σε 15 κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης είναι η ποιότητα / φρεσκάδα (74%), η τιμή (43%), η γεύση (38%), η προσπάθεια να τρώνε υγιεινά (32%) και το ό, τι η οικογένειά μου θέλει να φάει (29%).

Αυτά είναι τα μέσα αριθμητικά στοιχεία που προκύπτουν από τα αποτελέσματα ομαδοποίησης 15 ευρωπαϊκών κρατών-μελών, που διέφεραν σημαντικά από χώρα σε χώρα. Στις ΗΠΑ η ακόλουθη σειρά των παραγόντων που επηρεάζουν τις διατροφικές επιλογές έχει αναφερθεί: η γεύση, το κόστος, η διατροφή, η ευκολία και η ανησυχία για το βάρος (Glanz et al 1998.).

Στην Πανευρωπαϊκή μελέτη, στις γυναίκες, στα ηλικιωμένα άτομα, και τους πιο μορφωμένους, οι πτυχές της υγείας θεωρούνται ιδιαίτερα σημαντικές. Τα αρσενικά πιο συχνά επιλέγουν την γεύση και την συνήθεια ως βασικούς καθοριστικούς παράγοντες για την επιλογή τροφίμων. Η τιμή φάνηκε να είναι πιο σημαντική σε ανέργους και συνταξιούχους. Οι παρεμβάσεις που απευθύνονται σε αυτές τις ομάδες θα πρέπει να εξετάσουν τους καθοριστικούς παράγοντες της επιλογής τροφίμων.

Στάσεις και πεποιθήσεις μπορούν και αλλάζουν? Η συμπεριφορά μας προς το διαιτητικό λίπος έχει αλλάξει τα τελευταία 50 χρόνια, με αντίστοιχη μείωση στο απόλυτο ποσό του λίπους που καταναλώνεται και μια αλλαγή στην αναλογία των κορεσμένων με τα ακόρεστα λιπαρά.

Αισιόδοξη προκατάληψη

Υπάρχει ένα χαμηλό επίπεδο αισθητής ανάγκης μεταξύ των ευρωπαϊκών πληθυσμών να αλλάξουν τις διατροφικές τους συνήθειες για λόγους υγείας, το 71% των ερωτηθέντων πιστεύουν ότι οι δίαιτες τους είναι ήδη επαρκώς υγιείς (Kearney et al. 1997). Αυτό το υψηλό επίπεδο ικανοποίησης με την σημερινή διατροφή έχει αναφερθεί στην Αυστραλία (Worsley & Crawford 1985), την Αμερική (Cotugna et al. 1992) και την Αγγλία (Margetts et al. 1998).

Η έλλειψη ανάγκης να κάνουν διαιτητικές αλλαγές, δείχνει ένα υψηλό επίπεδο αισιόδοξης προκατάληψης, η οποία είναι ένα φαινόμενο όπου οι άνθρωποι πιστεύουν ότι κινδυνεύουν λιγότερο από ένα κίνδυνο σε σχέση με άλλους. Αυτή η ψευδής αισιοδοξία αντικατοπτρίζεται επίσης σε μελέτες που δείχνουν πως οι άνθρωποι υποτιμούν την πιθανότητα να έχουν υψηλή σε λιπαρά διατροφή σε σχέση με άλλους (Gatenby 1996) και με ποιο τρόπο οι καταναλωτές με μικρή κατανάλωση φρούτων και λαχανικών θεωρούν εαυτούς ως υψηλούς καταναλωτές (Cox et al. 1998a ). Αν οι άνθρωποι πιστεύουν ότι η διατροφή τους είναι ήδη υγιής μπορεί να είναι παράλογο να αναμένουμε από αυτούς να αλλάξουν τη διατροφή τους, ή να εξετάσουν τη διατροφή / υγιεινή διατροφή ως πολύ σημαντικό παράγοντα κατά την επιλογή των τροφίμων τους.

Αν και αυτοί οι καταναλωτές έχουν μεγαλύτερη πιθανότητα να έχουν μια πιο υγιεινή διατροφή από εκείνους που αναγνωρίζουν ότι η διατροφή τους χρειάζεται βελτίωση, είμαστε ακόμη πολύ μακριά από τους γενικά αποδεκτούς στόχους δημόσιας υγιεινής διατροφής (Gibney 2004). Είναι επίσης πιθανό ότι αυτές οι ομάδες θα παρακινηθούν περαιτέρω με διατροφικές συστάσεις. Ως εκ τούτου, οι μελλοντικές παρεμβάσεις μπορεί να χρειαστεί να αυξήσουν την ευαισθητοποίηση του γενικού πληθυσμού ότι η δική τους διατροφή δεν είναι πλήρως επαρκής από την άποψη των λιπαρών για παράδειγμα, ή της κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών (Cox et al. 1996). Για όσους πιστεύουν ότι η διατροφή τους είναι υγιής, έχει προταθεί ότι εάν οι πεποιθήσεις τους σχετικά με τα αποτελέσματα των διαιτητικών αλλαγών μπορεί να αλλάξουν, η στάση τους μπορεί να γίνει πιο ευνοϊκή και επομένως είναι πιο πιθανό να αλλάξουν τη διατροφή τους (Paisley et al. 1995). Έτσι, μια αισθητή ανάγκη να ξεκινήσει η αλλαγή είναι βασική προϋπόθεση για την έναρξη της διαιτητικής αλλαγής (Kearney et al. 1997).

5. 5. Εμπόδια στην αλλαγή των διατροφικών συνηθειών και τρόπου ζωής

Έμφαση σχετικά με το κόστος. Tο οικογενειακό εισόδημα και το κόστος των τροφίμων είναι ένας σημαντικός παράγοντας που επηρεάζει την επιλογή των τροφίμων, ιδίως για τους καταναλωτές με χαμηλό εισόδημα. Οι δυνατότητες για σπατάλη των τροφίμων οδηγεί σε μια απροθυμία να δοκιμάσετε νέα τρόφιμα, από φόβο ότι θα τις απορρίψουν στην οικογένεια. Επιπλέον, η έλλειψη γνώσης και η απώλεια των δεξιοτήτων μαγειρέματος μπορούν επίσης να εμποδίσουν την αγορά και την προετοιμασία των γευμάτων με τα βασικά συστατικά.

Η εκπαίδευση σχετικά με την αύξηση κατανάλωσης φρούτων και λαχανικών με ένα προσιτό τρόπο, τέτοιο ώστε να μην απαιτείται περαιτέρω δαπάνη, σε χρήμα ή προσπάθεια, έχει προταθεί ως λύση (Dibsdall et al. 2003). Οι προσπάθειες των κυβερνήσεων, των αρχών δημόσιας υγείας, των παραγωγών και των λιανοπωλητών να προωθήσουν τα φρούτα και τα λαχανικά ως αξία, για τα χρήματα που κοστίζουν, θα μπορούσε επίσης να συμβάλει θετικά στη διαιτητική αλλαγή (Cox et al 1998b).

Χρονικοί περιορισμοί

Η έλλειψη χρόνου αναφέρεται συχνά ως λόγος που δεν ακολουθούνται οι διατροφικές συμβουλές, ιδιαίτερα από τους νέους και τους μορφωμένους (al Lappalainen και συν. 1997). Οι άνθρωποι που ζουν μόνοι τους ή στο μαγείρεμα για ένα άτομο, αναζητούνται τρόφιμα ευκολίας και όχι το μαγείρεμα με τα βασικά συστατικά. Η ανάγκη αυτή έχει καλυφθεί με μια μετατόπιση στην αγορά των φρούτων και λαχανικών σε πιο χαλαρά προσυσκευασμένα, παρασκευασμένα και έτοιμα για μάγειρα προϊόντα. Αυτά τα προϊόντα είναι πιο ακριβά από τα προϊόντα που είναι χύμα, αλλά οι άνθρωποι είναι πρόθυμοι να πληρώσουν το πρόσθετο κόστος λόγω της ευκολίας που αποφέρουν. Αναπτύσσοντας μια μεγαλύτερη ποικιλία από νόστιμα, βολικά τρόφιμα με καλά θρεπτικά συστατικά, προσφέρεται ένας δρόμος για την βελτίωση της ποιότητας της διατροφής των ομάδων αυτών.

6. 6. Μοντέλα για την αλλαγή της συμπεριφοράς. Μοντέλα συμπεριφοράς Υγείας

Η κατανόηση του πώς οι άνθρωποι λαμβάνουν τις αποφάσεις για την υγεία τους μπορεί να βοηθήσει στον προγραμματισμό των στρατηγικών προαγωγής της υγείας. Εδώ είναι όπου η επιρροή της κοινωνικής ψυχολογίας και των συναφών θεωρητικών μοντέλων που βασίζονται, μπορούν να διαδραματίσουν ένα ρόλο. Τα μοντέλα αυτά βοηθούν στην εξήγηση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και ειδικότερα στο να κατανοηθεί πώς οι άνθρωποι λαμβάνουν τις αποφάσεις για την υγεία τους. Έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί για να προβλέψουν την πιθανότητα να συμβεί αλλαγή στη διαιτητική συμπεριφορά. Αυτή η ενότητα εστιάζει σε κάποια λίγα επίλεκτα. Το Μοντέλο Πεποιθήσεων Υγείας (ΒΠΑ), καθώς και η Θεωρία Προστασίας, Κινήτρων

Η HBM προτάθηκε αρχικά από τον Rosenstock (1966), τροποποιήθηκε από τον Becker (1974) και έχει χρησιμοποιηθεί για την πρόβλεψη συμπεριφοράς προστασίας υγείας, όπως η ανίχνευση, η πρόσληψη εμβολιασμού και η συμμόρφωση με ιατρική συμβουλή. Το μοντέλο υποδεικνύει ότι οι άνθρωποι με το ενδεχόμενο να αλλάξουν τη συμπεριφορά τους, πρέπει να αισθάνονται ότι τους απειλεί μια ασθένεια / νόσος και ότι στη συνέχεια συμμετέχουν σε μια ανάλυση κόστους-οφέλους. Το μοντέλο αυτό δείχνει επίσης ότι οι άνθρωποι χρειάζονται κάποιου είδους σύνθημα για να αναλάβουν δράση, για να αλλάξουν τη συμπεριφορά ή να προβούν σε σχετικές με την υγεία αποφάσεις.

Η θεωρία της αιτιολογημένης δράσης (ΒΕ) και η Θεωρία της Προγραμματισμένης Συμπεριφοράς (TPB)

Η θεωρία της αιτιολογημένης δράσης (Ajken & Fishbein 1980) ή η επέκτασή της με τη μορφή της θεωρίας της Προγραμματισμένης Συμπεριφοράς (Ajken 1988) έχουν χρησιμοποιηθεί για να βοηθήσουν να εξηγήσουν, καθώς και να προβλέψουν την πρόθεση μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς. Τα μοντέλα αυτά βασίζονται στην υπόθεση ότι ο καλύτερος προγνωστικός δείκτης της συμπεριφοράς είναι η πρόθεση συμπεριφοράς. Το μοντέλο προτείνει ότι η πρόθεση της συμπεριφοράς ενός ατόμου προέρχεται από τρεις συνιστώσες!CHAR(13) + CHAR(10) 1) στάσεις,CHAR(13) + CHAR(10) 2) αντίληψη της κοινωνικής πίεσης για την εκτέλεση της συμπεριφοράς καιCHAR(13) + CHAR(10) 3) αντιλαμβανόμενος έλεγχος της συμπεριφοράς. Σε διατροφικές μελέτες η TPB / TRA επιτρέπει τη σύγκριση της έντασης των επιρροών στα άτομα και μεταξύ των ομάδων του δείγματος και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για την οικοδόμηση της κατανόησης των καθοριστικών παραγόντων της επιλογής των τροφίμων. Η TRA υπήρξε επιτυχής για την εξήγηση των συμπεριφορών όπως τα λιπαρά, το αλάτι και την πρόσληψη γάλακτος. Το μοντέλο TPB χρησιμοποιήθηκε επίσης για να βοηθήσει να εξηγήσει τις στάσεις και πεποιθήσεις για τα αμυλούχα τρόφιμα στο Ηνωμένο Βασίλειο (Stubenitsky & Μελά 2000). Ταξινόμηση σταδίων για την συμπεριφορά που σχετίζεται με τη υγεία

Τα στάδια του μοντέλου αλλαγής που αναπτύχθηκε από τον Prochaska και συνεργάτες, δείχνει ότι η αλλαγή συμπεριφοράς που σχετίζεται με την υγεία παρουσιάζεται μέσα από πέντε διαφορετικά στάδια. Αυτές είναι: προ-στοχασμός, στοχασμός, προετοιμασία, δράση και συντήρηση. Το μοντέλο υποθέτει ότι εάν διάφοροι παράγοντες επηρεάζουν μεταβάσεις σε διαφορετικά στάδια, τότε τα άτομα θα πρέπει να ανταποκρίνονται καλύτερα στις παρεμβάσεις που είναι προσαρμοσμένες να ταιριάζουν με το στάδιο της αλλαγής.

Τα στάδια του μοντέλου αλλαγής, σε αντίθεση με τα προς συζήτηση άλλα μοντέλα, έχει αποδειχθεί ότι είναι πιο δημοφιλής για χρήση σε αλλαγή της συμπεριφοράς και όχι στην εξήγηση της τρέχουσας συμπεριφοράς. Αυτό συμβαίνει πιθανώς επειδή το μοντέλο προσφέρει πρακτική καθοδήγηση παρέμβασης που μπορεί να διδαχθεί στους επαγγελματίες. Επιπλέον, τα μεγάλα τυχαία δείγματα μπορούν να εξεταστούν με μηνύματα προσαρμοσμένα στο στάδιο της ετοιμότητας του προσώπου για αλλαγή.

Έχει προταθεί ότι ένα μοντέλο στάδιο μπορεί να είναι πιο κατάλληλο για απλούστερες περισσότερο διακριτές συμπεριφορές όπως η κατανάλωση πέντε μερίδων φρούτων και λαχανικών κάθε ημέρα, ή το πόσιμο γάλατος χαμηλών λιπαρών (στόχος βασισμένος στα θρεπτικά συστατικά) από ό, τι για τις σύνθετες διαιτητικές αλλαγές, όπως η χαμηλή σε λιπαρά διατροφή (στόχος βασισμένος στα θρεπτικά συστατικά) (Horwath 1999). Επί του παρόντος, καμία θεωρία ή μοντέλο δεν εξηγεί επαρκώς και προβλέπει την πλήρη σειρά συμπεριφοράς στην επιλογή τροφίμων (Nestle et al. 1998). Τα μοντέλα σε γενικές γραμμές θα πρέπει να θεωρηθούν ως μέσο για την κατανόηση των παραγόντων που επηρεάζουν τις ατομικές αποφάσεις και τη συμπεριφορά. Παρά το πλήθος των μοντέλων της αλλαγής συμπεριφοράς, χρησιμοποιήθηκαν ωστόσο σε σχετικά λίγες παρεμβάσεις διατροφής! Τα στάδια των μοντέλων αλλαγής είναι τα πιο δημοφιλή.

7. 7. Αλλάζοντας την διατροφική συμπεριφορά : επιτυχείς παρεμβάσεις

Οι διατροφικές αλλαγές δεν είναι εύκολες, γιατί απαιτούν αναπροσαρμογή συνηθειών που υπάρχουν μια ζωή. Διάφορες μελέτες βασισμένες στο σχολείο, στην εργασία, στα σούπερ μάρκετ, στους χώρους πρωτοβάθμιας φροντίδας υγείας και την κοινότητα, χρησιμοποιήθηκαν για να διαπιστωθεί τι δουλεύει καλύτερα για κάθε ιδιαίτερη ομάδα ανθρώπων. Αν και τα αποτελέσματα αυτών των μελετών δεν μπορούν να εφαρμοστούν σε άλλες περιπτώσεις ή στο ευρύτερο κοινό, ωστόσο τέτοιες στοχευμένες μελέτες υπήρξαν επιτυχείς, αποδεικνύοντας ότι απαιτούνται διαφορετικές προσεγγίσεις για διαφορετικές ομάδες ανθρώπων ή για διαφορετικές πτυχές της δίαιτας. Παρεμβάσεις σε σούπερ μάρκετ είναι συνήθεις, δεδομένου ότι πολλοί άνθρωποι ψωνίζουν σε αυτά. Διερευνήσεις, ένας γύρος για ψώνια και παρεμβάσεις στα σημεία πώλησης συγκεκριμένων προϊόντων, είναι τρόποι με τους οποίους συλλέγονται σχετικές πληροφορίες. Αυτές οι παρεμβάσεις είναι επιτυχείς στο να ευαισθητοποιήσουν αλλά και δώσουν γνώσεις διατροφής αλλά η αποτελεσματικότητα τους ως προς τις επιδιωκόμενες πραγματικές και μακροπρόθεσμες αλλαγές συμπεριφοράς, είναι αβέβαιες επί του παρόντος. Τα σχολεία είναι ένας άλλος τόπος για παρέμβαση επειδή υπάρχει η άμεση επαφή με τους μαθητές, τους καθηγητές και τους γονείς. Η κατανάλωση φρούτων και λαχανικών από τα παιδιά, αυξήθηκε μέσα από επιδείξεις, πολυμέσα, το ιντερνέτ αλλά και όταν τα παιδιά ενεπλάκησαν στην καλλιέργεια, προετοιμασία και το μαγείρεμα της τροφής που τρώνε (Andersonetal. 2003, Loweetal. 2004; Baranowskietal. 2003). Επιπλέον, αλλαγές προς γεύματα με χαμηλότερα λιπαρά, αλάτι και θερμίδες, προήγαγαν το διατροφικό προφίλ των γευμάτων του σχολείου χωρίς να παραλειφθεί η συμμετοχή των μαθητών στο σχολικό πρόγραμμα γευμάτων (Snyderetal. 1992).

Οι παρεμβάσεις σε χώρους εργασίας μπορεί να δίνουν πρόσβαση, επίσης, σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων και μπορούν να στοχεύουν τα άτομα που κινδυνεύουν. Αύξηση της διαθεσιμότητας και της προσφυγής στα φρούτα και λαχανικά αποδείχθηκαν επιτυχείς στα κυλικεία εργοταξίων (Lassen et al. 2004) και μείωση των τιμών για πιο υγιεινά σνακ σε μηχανές αυτόματης πώλησης, αύξησαν τις πωλήσεις (Frenchetal. 2001). Έτσι, ο συνδυασμός της διατροφικής εκπαίδευσης με τις αλλαγές στο χώρο εργασίας είναι πιθανότερο να επιτύχουν, ιδίως εάν χρησιμοποιούνται διαδραστικές δραστηριότητες και αν οι εν λόγω δραστηριότητες διατηρούνται για μεγάλο χρονικό διάστημα (Patterson et al. 1997).

Η αντιμετώπιση διαφόρων διατροφικών παραγόντων ταυτόχρονα, όπως η μείωση του διαιτητικού λίπους και η αύξηση φρούτων και λαχανικών, έχει αποδειχθεί αποτελεσματική για την ΠΦΥ (Stevens et al. 2002). Η παροχή συμβουλών συμπεριφοράς σε συνδυασμό με την παροχή συμβουλών διατροφής φαίνεται να είναι πιο αποτελεσματική σε τέτοιες ρυθμίσεις, αν και οι συνέπειες σε κόστος, της εκπαίδευσης επαγγελματιών πρωτοβάθμιας φροντίδας στην παροχή συμβουλών συμπεριφοράς είναι ασαφείς αυτή τη στιγμή. Εκπαιδευτικές και συμπεριφοριστικές στρατηγικές, έχουν επίσης χρησιμοποιηθεί για τη δημόσια υγεία / κοινοτικές ρυθμίσεις, και οι οποίες έχει αποδειχθεί ότι αυξάνουν την κατανάλωση φρούτων και λαχανικών (Cox et al. 1998b, Anderson et al. 1998, Anderson & Cox 2000).

8. 8. Συμπέρασμα

Υπάρχουν πολλές επιρροές στην επιλογή τροφίμων, οι οποίες παρέχουν ένα σύνολο μέσων για να παρέμβουμε και να βελτιώσουμε τις επιλογές τροφίμων των ανθρώπων. Υπάρχουν επίσης μια σειρά από εμπόδια στην αλλαγή των διατροφικών συνηθειών και τρόπου ζωής, που ποικίλλουν ανάλογα με τα στάδια ζωής και του ατόμου ή της ομάδας των ατόμων στον εν λόγω πληθυσμό. Είναι μέγιστη πρόκληση τόσο για τους επαγγελματίες της υγείας όσο και για το ίδιο το κοινό, να πετύχουν διατροφικές αλλαγές. Διαφορετικές στρατηγικές απαιτούνται για να επιτευχθεί διαφορά συμπεριφοράς σε ομάδες με διαφορετικές προτεραιότητες. Εκστρατείες που εμπεριέχουν στοχευμένες συμβουλές με πρακτικές λύσεις και αλλαγές περιβάλλοντος, ενδέχεται να επιτύχουν στην διευκόλυνση των διατροφικών αλλαγών Reviewed by Dr France Bellisle, INRA, France

Πηγή : http://www.eufic.org/article/en/expid/review-food-choice/

Loading